Λεξικό
Αλκαλικό
Αλκαλικό θεωρείται ένα προϊόν ή συστατικό με υψηλότερο pH από αυτό του δέρματος. Μπορεί να καθαρίσει σε βάθος και να απομακρύνει τη λιπαρότητα. Σε υπερβολική χρήση ενδέχεται να ξηράνει ή να ερεθίσει την επιδερμίδα.
Αλκοόλ
Ο πιο γνωστός όρος για συγκεκριμένες αλκοόλες, όπως η αιθανόλη (ethyl alcohol), που χρησιμοποιείται συχνά στα καλλυντικά.
Αλκοόλη
Μια ομάδα συστατικών που χρησιμοποιούνται στα καλλυντικά για καθαρισμό, συντήρηση ή για να χαρίζουν ελαφριά αίσθηση φρεσκάδας στο δέρμα. Χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες τις «ξηραντικές» οι οποίες μπορεί να αφυδατώσουν την επιδερμίδα και τις «λιπαρές» οι οποίες έχουν μαλακτικές και θρεπτικές ιδιότητες. Κάποιες μορφές αλκοόλης μπορεί να ερεθίσουν τις ευαίσθητες επιδερμίδες.
Αλλαντοΐνη
Η αλλαντοΐνη προέρχεται από το φυτό σύμφυτο, αλλά παράγεται συνθετικά για τα καλλυντικά προϊόντα. Έχει καταπραϋντική και ενυδατική δράση, γι’ αυτό προστίθεται συχνά σε προϊόντα με ισχυρά δραστικά συστατικά.
Αλόη
Ο χυμός των φύλλων του φυτού αλόης είναι γνωστός για την καταπράυνση των ηλιακών εγκαυμάτων. Είναι επίσης αντιφλεγμονώδης, ενυδατικός, αντισηπτικός και μπορεί να βοηθήσει στην επούλωση πληγών.